Η παιδική λογοτεχνία στη Γαλλία έως το τέλος του 19ου αιώνα: Παράλληλοι δρόμοι- Συγκλίνουσα ιδεολογία.

         Όταν τα παιδιά στη γαλλική επαρχία άκουγαν από τις γιαγιάδες τους την ιστορία της Σταχτοπούτας ή του Tom Thumb (Κοντορεβιθούλης), το μορφωμένο κοινό της πόλης των Παρισίων λίγη σημασία έδινε στις ιστορίες αυτές. Πρώτος ο Perrault [i] διέκρινε τον παιδαγωγικό ρόλο των παραμυθιών υποστηρίζοντας ότι οι ιστορίες αυτές δεν είναι τόσο αφελείς, αλλά μπορούν να εξαχθούν από αυτές χρήσιμοι ηθικοί κανόνες. Επομένως σημαντικό είναι να δημιουργηθούν ιστορίες που ταυτόχρονα θα είναι και διδακτικές αλλά και θα διασκεδάζουν. Ο Perrault βέβαια δεν μπορούσε απολύτως εξ αρχής να συλλάβει το νόημα, το κοινωνικό και ηθικό σημαινόμενο των παραμυθιών, ούτε να φανταστεί 100% την συμβολή του στον τρόπο συγκρότησης των κοινωνικών δομών π.χ. της οικογένειας.

Η προσωπικότητα του ήρωα μιας ιστορίας αναδεικνύεται με έχει πολλές και διάφορες εκφάνσεις και απαιτήσεις. Με αυτά τα χαρακτηριστικά του δεν αντιπαρατίθεται τόσο με την κοινωνία, όσο με το καθεστώς εξάρτησής του κρατώντας αποστάσεις από την αυθαιρεσία, προσπαθώντας υπό μια έννοια να ορίσει την ζωή του. Είναι εκείνος που δεν μοιάζει με τους άλλους, με την μάζα. Μπορεί αρχικά να φαίνεται πιο αδύναμος, χαζός και μπάσταρδος μετατρέπεται όμως στον πιο δυνατό και τον πιο έξυπνο, δηλαδή αυτός που αρχικά είναι παρείσακτος μετατρέπεται σε ήρωα.

Η παιδική λογοτεχνία τον 18ο και 19ο αιώνα αν και εμπνέεται από το folklore ρεύμα της εποχής δεν συνεχίζει να καλλιεργεί τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των ατόμων, όπως αναδεικνύονταν μέσα στην κοινωνική δομή της περιόδου. Η παιδική λογοτεχνία του 18ου και του 19ου αιώνα ξεκινά να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Ο εμφανής στόχος είναι η καλλιέργεια του παιδιού με βάση τα διδάγματα και τις αρχές συμπεριφοράς της αριστοκρατίας, κάνοντας το παιδί κομμάτι της κοινωνικής οικοδόμησης που επιδιώκεται. Η διαγωγή και η συμπεριφορά του συσχετίζεται με εκείνη των ενηλίκων που επιδιώκουν να  εντρυφήσουν σε αυτό είτε χαρακτηριστικά ηγέτη – π.χ. δύναμη, θάρρος, εξουσία, αυτοέλεγχο- είτε χαρακτηριστικά ηγεμονευόμενου- όπως υπακοής, δουλικότητας, ευγνωμοσύνης, αναλόγως της κοινωνικής θέσης των παιδιών και της οικογένειάς τους. Προσκολλημένοι στους ρόλους τους οι ήρωες είχαν ως επί το πλείστον θετικά διαμορφωμένο χαρακτήρα μέσω του οποίου δίδασκαν ότι τα πάντα κερδίζονται μέσα από την καλή συμπεριφορά.

Ιδιαίτερη ανάπτυξη η παιδική λογοτεχνία γνώρισε το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ξεκινώντας για την ακρίβεια το 1860. Σ’ αυτό συνέβαλλε η παράλληλη ανάπτυξη της αστικής τάξης και της εκπαίδευσης στη Γαλλία, καθώς και η παραγωγή βιβλίων που απευθύνονταν σε ανθρώπους μικρής ηλικίας.  Ο φιλελευθερισμός στην εκπαίδευση εισάγει την ιδέα του προσοδοφόρου ελεύθερου χρόνου και η κουλτούρα σταδιακά γίνεται ένα από τα μέσα της άρχουσας τάξης να σταθεροποιήσει την ηγεμονία της και να δώσει μορφή στον ελιτισμό της, καθώς χειρίζεται τους εκδοτικούς οίκους μειώνοντας το κόστος διαδίδοντας έτσι ευρέως το λογοτεχνικό υλικό της.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα τα έργα της Μme de Segur[ii], στα έργα της οποίας το ηθικό είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό. Όλες οι πράξεις στο έργο της εκκινούν από το πραγματικό, το μιμούνται, το αναπαράγουν. Σε πρώτο επίπεδο υπάρχει ένα παιχνίδι, που μεταμορφώνει την καθημερινότητα, το οποίο ανεξάρτητα από το πόσο εμφανές είναι αυτό προκαλεί ανισορροπία στο οικοδόμημα.

Η παιδική λογοτεχνία της εποχής άρχισε να αναπτύσσει και μια παράλληλη διαδρομή ή τουλάχιστον να προσπαθεί να καθιερωθεί ως πνευματικό προϊόν μιας συγκεκριμένης τάξης. Η παιδική λογοτεχνία άρχισε να εμφανίζεται ως παράγωγο των συγγραφέων της μπουρζουαζίας και να απευθύνεται σε παιδιά της αστικής τάξης. Κατά τον ίδιο τρόπο οι συγγραφείς των λαϊκών μυθιστορημάτων ήταν περισσότερο θαμώνες, που σύχναζαν στα σαλόνια των Παρισίων, στα οποία υπήρχαν τα οικονομικά μέσα για την διάδοση της λογοτεχνίας, παρά άνθρωποι που συγχρωτίζονταν με τα κατώτερα στρώματα.  Αν και συγγραφείς, όπως ο Balzac, o Αλέξανδρος Δουμάς, διαβάζονταν από τις σκάλες της υπηρεσίας έως τις φτωχικές σοφίτες μέσω των εφημερίδων που τα διακινούσαν, τα παιδικά βιβλία πάντως εξακολουθούσαν να είναι είδος πολυτελείας. Το σκηνικό αυτό άλλαξε με την ίδρυση της L’ Epatant το 1907 και κυρίως μέσω της Ροζ Βιβλιοθήκης. Οι παιδικές φιγούρες χαρακτηρίζονται από μοναχικότητα, απόρριψη, εκμετάλλευση και απώλεια. Αυτοί οι χαρακτήρες, κωμικοί, ελεεινοί και γεμάτοι θλίψη είναι χαρακτήρες απομονωμένοι, που δεν έχουν βρει τους κοινούς τους ομολόγους, όπως οι φυσιογνωμίες στην Mme de Segur.

Παράλληλα με την παιδική λογοτεχνία αναπτυσσόταν και η λογοτεχνία που απευθυνόταν στο ευρύ κοινό και μάλιστα γινόταν και όπλο αυτού, όπως τα βιβλία του Hugo, Michelet. Εδώ δινόταν μια εξήγηση για της αιτίες των μοναχικών, κοινωνικά και συναισθηματικά παιδιών ως θύματα της κοινωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Γαβριάς στους «Αθλίους», ένας ηρωικός πιτσιρίκος  εγκαταλελειμμένος από την οικογένεια του, που παίζει με τους βασιλικούς στρατιώτες πάνω στα οδοφράγματα αψηφώντας τον κίνδυνο και δίνοντας θάρρος  στους επαναστάτες, απόδειξη της γενναιότητας των προλεταριακών στρωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο τα παιδιά αρχίζουν να διεκδικούν μια άλλη φυσιογνωμία. Δεν είναι τα παιδιά που απλά ζουν ορφανά ή βιώνουν την οικονομική καταστροφή των οικογενειών τους. Οι συγγραφείς αναπαριστούν ολοκληρωμένα την κοινωνία, την εκπαίδευση, την οικονομική και πολιτιστική ζωή της εποχής και επομένως τα παιδία μέσα σε αυτή.

Υπάρχουν όμως και από την άλλη οι συγγραφείς που επιδιώκουν να ενδυναμώσουν την αστική θέση και αντίληψη παρουσιάζοντας την παντοδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος και της οικογένειας και δημιουργώντας έναν ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ σχολείου και οικογένειας. Τα κείμενα δείχνουν μια περίεργη εμμονή στην ‘αξία’ του άριστου μαθητή αφού πρώτα αυτός δείξει απόλυτη υπακοή στο σύστημα. Ο διαχωρισμός μεταξύ του μορφωμένου ανθρώπου, του κρατικού υπαλλήλου και του χειρώνακτα είναι εμφανής και βαθαίνει, καθώς  από τον απλό διαχωρισμό περνάμε στην ιεράρχηση των επαγγελμάτων. Η καλή ζωή και η κοινωνική ανέλιξη έρχεται μέσα από επαγγέλματα όπως αυτό του μηχανικού, του δασκάλου και του υπαλλήλου γραφείου. Οι αγρότες, οι εργάτες, αυτοί δηλαδή που ονομάζονται εργατική τάξη, λείπουν από τα βιβλία αυτά. Η δουλεία διαχωρίζεται από το κέρδος και εμφανίζεται τόσο αναγκαία όπως η προσευχή. Η διαφοροποίηση δουλείας και επαγγέλματος που συνδυάζεται  με γόητρο εμφανίζονται στα βιβλία του σχολείου. Η λέξη «επάγγελμα» καθιερώνεται μεγαλόπρεπα ως όρος της αστικής τάξης καθαγιάζοντας την όποια εκμετάλλευση από μέρους της και δικαιολογώντας κάθε υποτακτική συμπεριφορά των εργαζομένων.

Η εικόνα αυτής της κοινωνίας, που αναδύεται μέσα από τα κείμενα αυτά κατευθύνει το παιδί στο μονοπάτι της υποκειμενικότητας και του ατομισμού και καθώς δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής από αυτή το πεδίο γίνεται ευνοϊκό για την εμφάνιση κάθε μύθου για τη τιμή, τον ηρωισμό κάθε ταπεινού ανθρώπου. Διότι πρέπει να βρεθεί σίγουρα κάτι ηρωικό και/ ή ρομαντικό στο να δέχεσαι να κάνεις πράγματα που άλλοι σου επιβάλλουν να κάνεις.  Ποία άλλη μπορεί να είναι η φιλοδοξία του ατόμου πέρα από το να ;μπει, να ενσωματωθεί σε μια κοινωνία και να γίνει ενεργό μέλος σ’ αυτή? Και πώς αυτό επιτυγχάνεται;  Μέσα από τα κριτήρια που θέτει η αστική – άρχουσα τάξη.

Στη Γαλλία περισσότερο από κάθε άλλη ίσως βιομηχανικά ανεπτυγμένη χώρα η οργανική ένωση μεταξύ οικογένειας και σχολείου ήταν μέχρι πρόσφατα απόλυτη. Υπερασπίζονταν κοινές αξίες και τηρούσαν κοινή γραμμή μεταξύ εργασίας και κουλτούρας. Περισσότερο από μισό αιώνα, η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν ένα μονολιθικό σύστημα στο οποίο κάθε καινοτομία πραγματοποιούνταν με τρομακτικά αργό ρυθμό. Αυτά ήταν σε απόλυτη αρμονία με στις προσδοκίες της μεσαίας τάξης, της οποίας η εξάπλωση έπρεπε να συμβαδίζει με την στην πραγματικότητα στατική της φύση. Το πρόγραμμα του σχολείου οργανωνόταν με βάση τα παραπάνω. Τα βιβλία που  απευθύνονταν στα παιδία επεδίωκαν την δημιουργία της κλειστής προς τον κόσμο μεσαίας τάξης. Αν και η διαδρομή της μεσοαστικής τάξης ήταν αντίθετη προς αυτή της αστικής η ιδεολογική πραγματικότητα συνέτεινε στην δημιουργία μιας κοινής αντίληψης που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες  και στις προσδοκίες της δεύτερης.

Αν η λογοτεχνία μπορεί να αποτελέσει εργαλείο που να επηρεάζει τον κόσμο, η παιδική λογοτεχνία οφείλει να είναι κάτι παραπάνω από ένα προϊόν προς πώληση, αλλά να δίνει στο κάτω κάτω στα παιδία μια οπτική, στην οποία δεν θα βλέπουν τον εαυτό τους ως ενήλικες ή εν δυνάμει ενήλικες, αλλά όπως είναι στην πραγματικότητα μέσα από την δράση και την ελευθερία.


[i] Charles Perrault (1628-1703), Γάλλος συγγραφέας που έθεσε τις βάσεις της παιδικής λογοτεχνίας. Γνωστά παραμύθια του η Κοκκινοσκουφίτσα, Παπουτσωμένος Γάτος, Ωραία Κοιμωμένη, Σταχτοπούτα κ.α.

[ii] Sophie, Countess of Ségur (1799-1874), Γαλλίδα συγγραφέας παιδικών βιβλίων με πιο γνωστό ‘Οι σκανταλίες της Σοφί’.

Advertisements
This entry was posted in 18-19ος Αιώνας, Γαλλία, Παιδική Λογοτεχνία and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s