Η τέχνη του να είσαι αναγνώστης…

Σε αυτή την περίεργη καμπή της πραγματικότητας, στην περασμένη ώρα της ελπίδας, σε μια κοινωνία που διψά να αλλάξει, να δώσει ταυτότητα στην αγανάκτησή της, το να μιλά κανείς για τέχνη της ανάγνωσης φαίνεται το λιγότερο αλλόκοτο. Και όμως σε κάθε κρίσιμη καμπή της ιστορίας, η τέχνη της γραφής είτε πρόκειται για λογοτεχνία, φιλοσοφία ή πολιτική σκέψη συναντούσε αυτή της ανάγνωσης. Ο συγγραφέας εκφράζεται και βρίσκει τον αναγνώστη, που κρίνει, αποδέχεται ή απορρίπτει συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό και οι δύο στη δημιουργία της ‘τέχνης’ του λόγου.

Σε ένα από τα σπάνια δοκίμιά της, η Virginia Woolf συλλογίζεται πάνω στην πολύπλοκη ευχαρίστηση, που προσφέρει ένα βιβλίο και στη τέχνη του να είναι κανείς αναγνώστης.  Κατά την Virginia Woolf το μυθιστόρημα, η ποίηση, οι ιστορικές αφηγήσεις, τα πολύτιμα δερματόδετα βιβλία ή οι φτηνότερες εκδοχές τους περνούν μπροστά από τα μάτια μας δημιουργώντας μια παροδική κατάπληξη και απορία: Τι θα κερδίσω διάβαζοντάς τα; Η ίδια δίνει την απάντηση: «Η ανάγνωση είναι μια πολύπλοκη τέχνη∙ η πιο σκληρή εξέταση για της αισθήσεις μας δημιουργώντας σε μας ως αναγνώστες ταυτόχρονα ποικίλες υποχρεώσεις. Πρώτη και βασική είναι να διαβάσουμε. Να διαβάσουμε το βιβλίο, ένα οποιοδήποτε βιβλίο με ενθουσιασμό για το γεγονός και μόνο ότι η ύπαρξή του μας κάνει κομμάτι της τέχνης».

Ο αναγνώστης επομένως πρέπει να καθίσει μαζί με τον ήρωα στο ειδώλιο του κατηγορουμένου και όχι να γίνει και αυτός ένας ανάμεσα στους δικαστές. Πρέπει να μπορεί να συλλαμβάνει την εξέλιξη της πλοκής βήμα βήμα μαζί με τον συγγραφέα, να γίνεται δηλαδή και αυτός ο ίδιος συγγραφέας.

Για την Virginia Woolf το αναγνωστικό κοινό έχει την υποχρέωση  να προσπαθήσει να κατανοήσει, ό,τι ο συγγραφέας αγωνίζεται να δημιουργήσει από τις πρώτες του λέξεις συνθέτοντάς της σε προτάσεις και έως το τέλος του βιβλίου. Για την Woolf είναι λάθος να προσπαθήσουμε να επιβάλλουμε τον εαυτό μας στο κείμενο ή να προσπαθούμε να ‘πείσουμε’ τον συγγραφέα να συμφωνήσει μαζί μας.  Μας καλεί να αφήσουμε τον Dafoe να είναι Dafoe, την Austen να παραμείνει Austen, όπως είναι και δική μας απαίτηση οι άλλοι να μας αποδέχονται έτσι, όπως είμαστε. Αυτή εξάλλου είναι μια από τις πολλές αρετές και το μεγαλείο της λογοτεχνίας ως συγγραφή και ανάγνωση: φέρνει σε απόλυτη αρμονία την ανθρώπινη φύση και τις δυνατότητές της, όταν αυτή αυτοεξετάζεται.

Πολλοί δημιουργοί ζητούν από εμάς, να κάνουμε ηρωικές προσπάθειες να τους κατανοήσουμε σωστά. Μας μπερδεύουν, μας τσακίζουν, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζουν να ζητούν από εμάς, να στους ακολουθήσουμε. Η διαδρομή από τον Dafoe στην Austen, από τον Hardy στον Peacock, από τον Richardson στον Kipling, είναι απότομη, επίπονη, βίαιη. Ο καθένας από αυτούς είναι μοναδικός. Έχει την δική του οπτική για τα πράγματα, τις δικές του εμπειρίες και τον προσωπικό του τρόπο να τα εκφράζει. Για την Virginia Woolf όσα πιο πολλά έχει να δώσει ένας συγγραφέας τόσο πιο βίαιος είναι απέναντι στις προκαταλήψεις του αναγνώστη και έτσι ο δεύτερος συλλαμβάνει όσα περισσότερα ο πρώτος προσπαθεί να εκφράσει.

Η ανάγνωση, όπως είπαμε είναι τέχνη και μάλιστα μια τέχνη ιδιαίτερα πολύπλοκη, που σίγουρα δεν συγκροτείται μόνο με το να δείχνει το λογοτεχνικό κοινό συμπάθεια και κατανόηση απέναντι στο συγγραφέα και στο βιβλίο του, όπως λέει η Woolf. Ο αναγνώστης πρέπει να αφήσει το ειδώλιο του κατηγορουμένου, να ανέβει στην έδρα των δικαστών και να αρχίσει να δικάζει. Κατά την διάρκεια της ανάγνωσης δημιουργούνται διαρκώς νέα συναισθήματα που καταργούν τα παλιά. Ευχαρίστηση, θυμός, πλήξη, γέλιο διαδέχονται το ένα το άλλο, με αποτέλεσμα η κριτική να γίνεται αναπόφευκτα από μόνη της και ο σκοπός του βιβλίου να ολοκληρώνεται.

Η διαδικασία αυτή της κριτικής είναι σίγουρα γεμάτη από ευχαρίστηση αλλά και εξίσου δύσκολη. Οι σκέψεις ενός άλλου νου, που κουβαλά την ιστορική του πραγματικότητα, αλλά την υποκειμενικότητα των καταβολών ή των πεποιθήσεων του συναντούν μέσω του κειμένου την πραγματικότητα του αναγνώστη.

Ο ρόλος του συγγραφέα είναι διαφορετικός σε κάθε περίοδο της ιστορίας και σε κάθε κοινωνία. Η λογοτεχνία ως εξαγόμενο της κοινωνίας υφίσταται μαζί με αυτή αλλαγές. Ο συγγραφέας αποτελούσε αυθεντία σε περασμένες ιστορικά κοινωνίες και η λογοτεχνία του ανήκε ως πνευματικό του κτήμα. Ήταν ο απόλυτος – σχεδόν θεοποιημένος- γνώστης της ιστορίας του κατοχυρώνοντας το μέσα από την τριτοπρόσωπη αφηγηματική τεχνική που κυριαρχούσε στα βιβλία του.

Διαδοχικά όμως η αυθεντία του συγγραφέα καταρρίφθηκε. Εκείνος δεν υπάρχει πια πριν το κείμενο του, αλλά μέσα από αυτό. Γεννιέται ουσιαστικά ταυτόχρονα με την ιστορία του, όχι πριν αλλά στο εδώ και στο τώρα του βιβλίου του. Το να προσπαθούμε να βρούμε το συγγραφέα μέσα στα βιβλία του σημαίνει, ότι περιορίζουμε το κείμενο. Στην διάρκεια του μοντερνισμού, ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια της περιόδου και στη συνέχεια στον μεταμοντερνισμό ο συγγραφέας περιορίστηκε και το κείμενό του άρχισε να αποκτά σημασία μέσα από την κριτική του, δηλαδή μέσα από αυτόν που το διαβάζει. Δημιουργείται  ένας νέος συγγραφέας που προσπαθεί να ερμηνεύσει το κείμενο με τον δικό του τρόπο. Κατά τον Barthes στο σημείο αυτό ο παραδοσιακός συγγραφέας πεθαίνει και παραχωρεί την θέση του στον αναγνώστη καταργώντας το μέχρι πρότινος αυθεντικό πρόσωπο στην λογοτεχνία.

Η Woolf ως συγγραφέας αναζητά αναγνώστες να εμπλακούν στην ιστορία της, να δημιουργήσουν μαζί της, να ακολουθήσουν τους ήρωές της, να αναδείξουν μια τέχνη που δεν κινείται παράλληλα με την λογοτεχνία αλλά είναι ένα με αυτή.

Ο συγγραφέας δεν είναι απλά ένα όνομα στο εξώφυλλο του βιβλίου. Καταθέτει με αυτό την προσωπικότητα του, τα συναισθήματά του, την κουλτούρα του και την προσωπική του οπτική. Η ύπαρξή του έχει μια ενωτική λειτουργία καθώς συνδυάζει όλα τα παραπάνω συνθέτοντας ένα κείμενο, που μάλιστα δεν πρέπει να εξομοιώνεται με τον δημιουργό. Το ίδιο ισχύει και για τον αναγνώστη. Η κριτική θεωρία που θέλει να δώσει στο άτομο κίνητρο, δύναμη και κυρίως τη δυνατότητα να διατυπώνει άποψη κινείται στην κατεύθυνση ανασυγκρότησης της σημασίας της ανάγνωσης.

Αν για την Virginia Woolf το ζητούμενο είναι η συγκρότηση με όποιο τρόπο αυτό μπορεί να γίνει, του αναγνώστη προκειμένου να αναδειχθεί στο σύνολό της η λογοτεχνία, αν τον Barthes τον προβληματίζει η αποδόμηση του συγγραφέα, το ερώτημα για την κριτική θεωρία θα πρέπει να είναι το πώς η λογοτεχνία ως ιδεολογικό προϊόν της σύγχρονης κοινωνίας, που σταδιακά μαζί με τα περισσότερα προϊόντα της αποδομείται μπορεί να έχει και άλλη λειτουργία. Πώς δηλαδή μπορεί να συγκροτεί έναν αναγνώστη που θα πάψει να θέτει την ύπαρξή του ως αυτοσκοπό, που δε θα έχει μόνο υποκειμενικά ψυχολογικά κριτήρια, αλλά ένα υποκείμενο, που θα κατανοεί, θα κρίνει, θα δρα, θα αλλάζει, για να μπορέσει έτσι η ανάγνωση ως τέχνη να αποκτήσει στοιχεία τεχνικής και δράσης.

Δ.Μ.

This entry was posted in Κριτική Θεωρία, Λογοτεχνία, Μοντερνισμός and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s