Η παιδική λογοτεχνία στη Γαλλία έως το τέλος του 19ου αιώνα: Παράλληλοι δρόμοι- Συγκλίνουσα ιδεολογία.

         Όταν τα παιδιά στη γαλλική επαρχία άκουγαν από τις γιαγιάδες τους την ιστορία της Σταχτοπούτας ή του Tom Thumb (Κοντορεβιθούλης), το μορφωμένο κοινό της πόλης των Παρισίων λίγη σημασία έδινε στις ιστορίες αυτές. Πρώτος ο Perrault [i] διέκρινε τον παιδαγωγικό ρόλο των παραμυθιών υποστηρίζοντας ότι οι ιστορίες αυτές δεν είναι τόσο αφελείς, αλλά μπορούν να εξαχθούν από αυτές χρήσιμοι ηθικοί κανόνες. Επομένως σημαντικό είναι να δημιουργηθούν ιστορίες που ταυτόχρονα θα είναι και διδακτικές αλλά και θα διασκεδάζουν. Ο Perrault βέβαια δεν μπορούσε απολύτως εξ αρχής να συλλάβει το νόημα, το κοινωνικό και ηθικό σημαινόμενο των παραμυθιών, ούτε να φανταστεί 100% την συμβολή του στον τρόπο συγκρότησης των κοινωνικών δομών π.χ. της οικογένειας.

Η προσωπικότητα του ήρωα μιας ιστορίας αναδεικνύεται με έχει πολλές και διάφορες εκφάνσεις και απαιτήσεις. Με αυτά τα χαρακτηριστικά του δεν αντιπαρατίθεται τόσο με την κοινωνία, όσο με το καθεστώς εξάρτησής του κρατώντας αποστάσεις από την αυθαιρεσία, προσπαθώντας υπό μια έννοια να ορίσει την ζωή του. Είναι εκείνος που δεν μοιάζει με τους άλλους, με την μάζα. Μπορεί αρχικά να φαίνεται πιο αδύναμος, χαζός και μπάσταρδος μετατρέπεται όμως στον πιο δυνατό και τον πιο έξυπνο, δηλαδή αυτός που αρχικά είναι παρείσακτος μετατρέπεται σε ήρωα.

Η παιδική λογοτεχνία τον 18ο και 19ο αιώνα αν και εμπνέεται από το folklore ρεύμα της εποχής δεν συνεχίζει να καλλιεργεί τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των ατόμων, όπως αναδεικνύονταν μέσα στην κοινωνική δομή της περιόδου. Η παιδική λογοτεχνία του 18ου και του 19ου αιώνα ξεκινά να αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Ο εμφανής στόχος είναι η καλλιέργεια του παιδιού με βάση τα διδάγματα και τις αρχές συμπεριφοράς της αριστοκρατίας, κάνοντας το παιδί κομμάτι της κοινωνικής οικοδόμησης που επιδιώκεται. Η διαγωγή και η συμπεριφορά του συσχετίζεται με εκείνη των ενηλίκων που επιδιώκουν να  εντρυφήσουν σε αυτό είτε χαρακτηριστικά ηγέτη – π.χ. δύναμη, θάρρος, εξουσία, αυτοέλεγχο- είτε χαρακτηριστικά ηγεμονευόμενου- όπως υπακοής, δουλικότητας, ευγνωμοσύνης, αναλόγως της κοινωνικής θέσης των παιδιών και της οικογένειάς τους. Προσκολλημένοι στους ρόλους τους οι ήρωες είχαν ως επί το πλείστον θετικά διαμορφωμένο χαρακτήρα μέσω του οποίου δίδασκαν ότι τα πάντα κερδίζονται μέσα από την καλή συμπεριφορά.

Ιδιαίτερη ανάπτυξη η παιδική λογοτεχνία γνώρισε το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ξεκινώντας για την ακρίβεια το 1860. Σ’ αυτό συνέβαλλε η παράλληλη ανάπτυξη της αστικής τάξης και της εκπαίδευσης στη Γαλλία, καθώς και η παραγωγή βιβλίων που απευθύνονταν σε ανθρώπους μικρής ηλικίας.  Ο φιλελευθερισμός στην εκπαίδευση εισάγει την ιδέα του προσοδοφόρου ελεύθερου χρόνου και η κουλτούρα σταδιακά γίνεται ένα από τα μέσα της άρχουσας τάξης να σταθεροποιήσει την ηγεμονία της και να δώσει μορφή στον ελιτισμό της, καθώς χειρίζεται τους εκδοτικούς οίκους μειώνοντας το κόστος διαδίδοντας έτσι ευρέως το λογοτεχνικό υλικό της.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα τα έργα της Μme de Segur[ii], στα έργα της οποίας το ηθικό είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό. Όλες οι πράξεις στο έργο της εκκινούν από το πραγματικό, το μιμούνται, το αναπαράγουν. Σε πρώτο επίπεδο υπάρχει ένα παιχνίδι, που μεταμορφώνει την καθημερινότητα, το οποίο ανεξάρτητα από το πόσο εμφανές είναι αυτό προκαλεί ανισορροπία στο οικοδόμημα.

Η παιδική λογοτεχνία της εποχής άρχισε να αναπτύσσει και μια παράλληλη διαδρομή ή τουλάχιστον να προσπαθεί να καθιερωθεί ως πνευματικό προϊόν μιας συγκεκριμένης τάξης. Η παιδική λογοτεχνία άρχισε να εμφανίζεται ως παράγωγο των συγγραφέων της μπουρζουαζίας και να απευθύνεται σε παιδιά της αστικής τάξης. Κατά τον ίδιο τρόπο οι συγγραφείς των λαϊκών μυθιστορημάτων ήταν περισσότερο θαμώνες, που σύχναζαν στα σαλόνια των Παρισίων, στα οποία υπήρχαν τα οικονομικά μέσα για την διάδοση της λογοτεχνίας, παρά άνθρωποι που συγχρωτίζονταν με τα κατώτερα στρώματα.  Αν και συγγραφείς, όπως ο Balzac, o Αλέξανδρος Δουμάς, διαβάζονταν από τις σκάλες της υπηρεσίας έως τις φτωχικές σοφίτες μέσω των εφημερίδων που τα διακινούσαν, τα παιδικά βιβλία πάντως εξακολουθούσαν να είναι είδος πολυτελείας. Το σκηνικό αυτό άλλαξε με την ίδρυση της L’ Epatant το 1907 και κυρίως μέσω της Ροζ Βιβλιοθήκης. Οι παιδικές φιγούρες χαρακτηρίζονται από μοναχικότητα, απόρριψη, εκμετάλλευση και απώλεια. Αυτοί οι χαρακτήρες, κωμικοί, ελεεινοί και γεμάτοι θλίψη είναι χαρακτήρες απομονωμένοι, που δεν έχουν βρει τους κοινούς τους ομολόγους, όπως οι φυσιογνωμίες στην Mme de Segur.

Παράλληλα με την παιδική λογοτεχνία αναπτυσσόταν και η λογοτεχνία που απευθυνόταν στο ευρύ κοινό και μάλιστα γινόταν και όπλο αυτού, όπως τα βιβλία του Hugo, Michelet. Εδώ δινόταν μια εξήγηση για της αιτίες των μοναχικών, κοινωνικά και συναισθηματικά παιδιών ως θύματα της κοινωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Γαβριάς στους «Αθλίους», ένας ηρωικός πιτσιρίκος  εγκαταλελειμμένος από την οικογένεια του, που παίζει με τους βασιλικούς στρατιώτες πάνω στα οδοφράγματα αψηφώντας τον κίνδυνο και δίνοντας θάρρος  στους επαναστάτες, απόδειξη της γενναιότητας των προλεταριακών στρωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο τα παιδιά αρχίζουν να διεκδικούν μια άλλη φυσιογνωμία. Δεν είναι τα παιδιά που απλά ζουν ορφανά ή βιώνουν την οικονομική καταστροφή των οικογενειών τους. Οι συγγραφείς αναπαριστούν ολοκληρωμένα την κοινωνία, την εκπαίδευση, την οικονομική και πολιτιστική ζωή της εποχής και επομένως τα παιδία μέσα σε αυτή.

Υπάρχουν όμως και από την άλλη οι συγγραφείς που επιδιώκουν να ενδυναμώσουν την αστική θέση και αντίληψη παρουσιάζοντας την παντοδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος και της οικογένειας και δημιουργώντας έναν ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ σχολείου και οικογένειας. Τα κείμενα δείχνουν μια περίεργη εμμονή στην ‘αξία’ του άριστου μαθητή αφού πρώτα αυτός δείξει απόλυτη υπακοή στο σύστημα. Ο διαχωρισμός μεταξύ του μορφωμένου ανθρώπου, του κρατικού υπαλλήλου και του χειρώνακτα είναι εμφανής και βαθαίνει, καθώς  από τον απλό διαχωρισμό περνάμε στην ιεράρχηση των επαγγελμάτων. Η καλή ζωή και η κοινωνική ανέλιξη έρχεται μέσα από επαγγέλματα όπως αυτό του μηχανικού, του δασκάλου και του υπαλλήλου γραφείου. Οι αγρότες, οι εργάτες, αυτοί δηλαδή που ονομάζονται εργατική τάξη, λείπουν από τα βιβλία αυτά. Η δουλεία διαχωρίζεται από το κέρδος και εμφανίζεται τόσο αναγκαία όπως η προσευχή. Η διαφοροποίηση δουλείας και επαγγέλματος που συνδυάζεται  με γόητρο εμφανίζονται στα βιβλία του σχολείου. Η λέξη «επάγγελμα» καθιερώνεται μεγαλόπρεπα ως όρος της αστικής τάξης καθαγιάζοντας την όποια εκμετάλλευση από μέρους της και δικαιολογώντας κάθε υποτακτική συμπεριφορά των εργαζομένων.

Η εικόνα αυτής της κοινωνίας, που αναδύεται μέσα από τα κείμενα αυτά κατευθύνει το παιδί στο μονοπάτι της υποκειμενικότητας και του ατομισμού και καθώς δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής από αυτή το πεδίο γίνεται ευνοϊκό για την εμφάνιση κάθε μύθου για τη τιμή, τον ηρωισμό κάθε ταπεινού ανθρώπου. Διότι πρέπει να βρεθεί σίγουρα κάτι ηρωικό και/ ή ρομαντικό στο να δέχεσαι να κάνεις πράγματα που άλλοι σου επιβάλλουν να κάνεις.  Ποία άλλη μπορεί να είναι η φιλοδοξία του ατόμου πέρα από το να ;μπει, να ενσωματωθεί σε μια κοινωνία και να γίνει ενεργό μέλος σ’ αυτή? Και πώς αυτό επιτυγχάνεται;  Μέσα από τα κριτήρια που θέτει η αστική – άρχουσα τάξη.

Στη Γαλλία περισσότερο από κάθε άλλη ίσως βιομηχανικά ανεπτυγμένη χώρα η οργανική ένωση μεταξύ οικογένειας και σχολείου ήταν μέχρι πρόσφατα απόλυτη. Υπερασπίζονταν κοινές αξίες και τηρούσαν κοινή γραμμή μεταξύ εργασίας και κουλτούρας. Περισσότερο από μισό αιώνα, η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ήταν ένα μονολιθικό σύστημα στο οποίο κάθε καινοτομία πραγματοποιούνταν με τρομακτικά αργό ρυθμό. Αυτά ήταν σε απόλυτη αρμονία με στις προσδοκίες της μεσαίας τάξης, της οποίας η εξάπλωση έπρεπε να συμβαδίζει με την στην πραγματικότητα στατική της φύση. Το πρόγραμμα του σχολείου οργανωνόταν με βάση τα παραπάνω. Τα βιβλία που  απευθύνονταν στα παιδία επεδίωκαν την δημιουργία της κλειστής προς τον κόσμο μεσαίας τάξης. Αν και η διαδρομή της μεσοαστικής τάξης ήταν αντίθετη προς αυτή της αστικής η ιδεολογική πραγματικότητα συνέτεινε στην δημιουργία μιας κοινής αντίληψης που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες  και στις προσδοκίες της δεύτερης.

Αν η λογοτεχνία μπορεί να αποτελέσει εργαλείο που να επηρεάζει τον κόσμο, η παιδική λογοτεχνία οφείλει να είναι κάτι παραπάνω από ένα προϊόν προς πώληση, αλλά να δίνει στο κάτω κάτω στα παιδία μια οπτική, στην οποία δεν θα βλέπουν τον εαυτό τους ως ενήλικες ή εν δυνάμει ενήλικες, αλλά όπως είναι στην πραγματικότητα μέσα από την δράση και την ελευθερία.


[i] Charles Perrault (1628-1703), Γάλλος συγγραφέας που έθεσε τις βάσεις της παιδικής λογοτεχνίας. Γνωστά παραμύθια του η Κοκκινοσκουφίτσα, Παπουτσωμένος Γάτος, Ωραία Κοιμωμένη, Σταχτοπούτα κ.α.

[ii] Sophie, Countess of Ségur (1799-1874), Γαλλίδα συγγραφέας παιδικών βιβλίων με πιο γνωστό ‘Οι σκανταλίες της Σοφί’.

Advertisements
Posted in 18-19ος Αιώνας, Γαλλία, Παιδική Λογοτεχνία | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Η τέχνη του να είσαι αναγνώστης…

Σε αυτή την περίεργη καμπή της πραγματικότητας, στην περασμένη ώρα της ελπίδας, σε μια κοινωνία που διψά να αλλάξει, να δώσει ταυτότητα στην αγανάκτησή της, το να μιλά κανείς για τέχνη της ανάγνωσης φαίνεται το λιγότερο αλλόκοτο. Και όμως σε κάθε κρίσιμη καμπή της ιστορίας, η τέχνη της γραφής είτε πρόκειται για λογοτεχνία, φιλοσοφία ή πολιτική σκέψη συναντούσε αυτή της ανάγνωσης. Ο συγγραφέας εκφράζεται και βρίσκει τον αναγνώστη, που κρίνει, αποδέχεται ή απορρίπτει συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό και οι δύο στη δημιουργία της ‘τέχνης’ του λόγου.

Σε ένα από τα σπάνια δοκίμιά της, η Virginia Woolf συλλογίζεται πάνω στην πολύπλοκη ευχαρίστηση, που προσφέρει ένα βιβλίο και στη τέχνη του να είναι κανείς αναγνώστης.  Κατά την Virginia Woolf το μυθιστόρημα, η ποίηση, οι ιστορικές αφηγήσεις, τα πολύτιμα δερματόδετα βιβλία ή οι φτηνότερες εκδοχές τους περνούν μπροστά από τα μάτια μας δημιουργώντας μια παροδική κατάπληξη και απορία: Τι θα κερδίσω διάβαζοντάς τα; Η ίδια δίνει την απάντηση: «Η ανάγνωση είναι μια πολύπλοκη τέχνη∙ η πιο σκληρή εξέταση για της αισθήσεις μας δημιουργώντας σε μας ως αναγνώστες ταυτόχρονα ποικίλες υποχρεώσεις. Πρώτη και βασική είναι να διαβάσουμε. Να διαβάσουμε το βιβλίο, ένα οποιοδήποτε βιβλίο με ενθουσιασμό για το γεγονός και μόνο ότι η ύπαρξή του μας κάνει κομμάτι της τέχνης».

Ο αναγνώστης επομένως πρέπει να καθίσει μαζί με τον ήρωα στο ειδώλιο του κατηγορουμένου και όχι να γίνει και αυτός ένας ανάμεσα στους δικαστές. Πρέπει να μπορεί να συλλαμβάνει την εξέλιξη της πλοκής βήμα βήμα μαζί με τον συγγραφέα, να γίνεται δηλαδή και αυτός ο ίδιος συγγραφέας.

Για την Virginia Woolf το αναγνωστικό κοινό έχει την υποχρέωση  να προσπαθήσει να κατανοήσει, ό,τι ο συγγραφέας αγωνίζεται να δημιουργήσει από τις πρώτες του λέξεις συνθέτοντάς της σε προτάσεις και έως το τέλος του βιβλίου. Για την Woolf είναι λάθος να προσπαθήσουμε να επιβάλλουμε τον εαυτό μας στο κείμενο ή να προσπαθούμε να ‘πείσουμε’ τον συγγραφέα να συμφωνήσει μαζί μας.  Μας καλεί να αφήσουμε τον Dafoe να είναι Dafoe, την Austen να παραμείνει Austen, όπως είναι και δική μας απαίτηση οι άλλοι να μας αποδέχονται έτσι, όπως είμαστε. Αυτή εξάλλου είναι μια από τις πολλές αρετές και το μεγαλείο της λογοτεχνίας ως συγγραφή και ανάγνωση: φέρνει σε απόλυτη αρμονία την ανθρώπινη φύση και τις δυνατότητές της, όταν αυτή αυτοεξετάζεται.

Πολλοί δημιουργοί ζητούν από εμάς, να κάνουμε ηρωικές προσπάθειες να τους κατανοήσουμε σωστά. Μας μπερδεύουν, μας τσακίζουν, αλλά παρόλα αυτά συνεχίζουν να ζητούν από εμάς, να στους ακολουθήσουμε. Η διαδρομή από τον Dafoe στην Austen, από τον Hardy στον Peacock, από τον Richardson στον Kipling, είναι απότομη, επίπονη, βίαιη. Ο καθένας από αυτούς είναι μοναδικός. Έχει την δική του οπτική για τα πράγματα, τις δικές του εμπειρίες και τον προσωπικό του τρόπο να τα εκφράζει. Για την Virginia Woolf όσα πιο πολλά έχει να δώσει ένας συγγραφέας τόσο πιο βίαιος είναι απέναντι στις προκαταλήψεις του αναγνώστη και έτσι ο δεύτερος συλλαμβάνει όσα περισσότερα ο πρώτος προσπαθεί να εκφράσει.

Η ανάγνωση, όπως είπαμε είναι τέχνη και μάλιστα μια τέχνη ιδιαίτερα πολύπλοκη, που σίγουρα δεν συγκροτείται μόνο με το να δείχνει το λογοτεχνικό κοινό συμπάθεια και κατανόηση απέναντι στο συγγραφέα και στο βιβλίο του, όπως λέει η Woolf. Ο αναγνώστης πρέπει να αφήσει το ειδώλιο του κατηγορουμένου, να ανέβει στην έδρα των δικαστών και να αρχίσει να δικάζει. Κατά την διάρκεια της ανάγνωσης δημιουργούνται διαρκώς νέα συναισθήματα που καταργούν τα παλιά. Ευχαρίστηση, θυμός, πλήξη, γέλιο διαδέχονται το ένα το άλλο, με αποτέλεσμα η κριτική να γίνεται αναπόφευκτα από μόνη της και ο σκοπός του βιβλίου να ολοκληρώνεται.

Η διαδικασία αυτή της κριτικής είναι σίγουρα γεμάτη από ευχαρίστηση αλλά και εξίσου δύσκολη. Οι σκέψεις ενός άλλου νου, που κουβαλά την ιστορική του πραγματικότητα, αλλά την υποκειμενικότητα των καταβολών ή των πεποιθήσεων του συναντούν μέσω του κειμένου την πραγματικότητα του αναγνώστη.

Ο ρόλος του συγγραφέα είναι διαφορετικός σε κάθε περίοδο της ιστορίας και σε κάθε κοινωνία. Η λογοτεχνία ως εξαγόμενο της κοινωνίας υφίσταται μαζί με αυτή αλλαγές. Ο συγγραφέας αποτελούσε αυθεντία σε περασμένες ιστορικά κοινωνίες και η λογοτεχνία του ανήκε ως πνευματικό του κτήμα. Ήταν ο απόλυτος – σχεδόν θεοποιημένος- γνώστης της ιστορίας του κατοχυρώνοντας το μέσα από την τριτοπρόσωπη αφηγηματική τεχνική που κυριαρχούσε στα βιβλία του.

Διαδοχικά όμως η αυθεντία του συγγραφέα καταρρίφθηκε. Εκείνος δεν υπάρχει πια πριν το κείμενο του, αλλά μέσα από αυτό. Γεννιέται ουσιαστικά ταυτόχρονα με την ιστορία του, όχι πριν αλλά στο εδώ και στο τώρα του βιβλίου του. Το να προσπαθούμε να βρούμε το συγγραφέα μέσα στα βιβλία του σημαίνει, ότι περιορίζουμε το κείμενο. Στην διάρκεια του μοντερνισμού, ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια της περιόδου και στη συνέχεια στον μεταμοντερνισμό ο συγγραφέας περιορίστηκε και το κείμενό του άρχισε να αποκτά σημασία μέσα από την κριτική του, δηλαδή μέσα από αυτόν που το διαβάζει. Δημιουργείται  ένας νέος συγγραφέας που προσπαθεί να ερμηνεύσει το κείμενο με τον δικό του τρόπο. Κατά τον Barthes στο σημείο αυτό ο παραδοσιακός συγγραφέας πεθαίνει και παραχωρεί την θέση του στον αναγνώστη καταργώντας το μέχρι πρότινος αυθεντικό πρόσωπο στην λογοτεχνία.

Η Woolf ως συγγραφέας αναζητά αναγνώστες να εμπλακούν στην ιστορία της, να δημιουργήσουν μαζί της, να ακολουθήσουν τους ήρωές της, να αναδείξουν μια τέχνη που δεν κινείται παράλληλα με την λογοτεχνία αλλά είναι ένα με αυτή.

Ο συγγραφέας δεν είναι απλά ένα όνομα στο εξώφυλλο του βιβλίου. Καταθέτει με αυτό την προσωπικότητα του, τα συναισθήματά του, την κουλτούρα του και την προσωπική του οπτική. Η ύπαρξή του έχει μια ενωτική λειτουργία καθώς συνδυάζει όλα τα παραπάνω συνθέτοντας ένα κείμενο, που μάλιστα δεν πρέπει να εξομοιώνεται με τον δημιουργό. Το ίδιο ισχύει και για τον αναγνώστη. Η κριτική θεωρία που θέλει να δώσει στο άτομο κίνητρο, δύναμη και κυρίως τη δυνατότητα να διατυπώνει άποψη κινείται στην κατεύθυνση ανασυγκρότησης της σημασίας της ανάγνωσης.

Αν για την Virginia Woolf το ζητούμενο είναι η συγκρότηση με όποιο τρόπο αυτό μπορεί να γίνει, του αναγνώστη προκειμένου να αναδειχθεί στο σύνολό της η λογοτεχνία, αν τον Barthes τον προβληματίζει η αποδόμηση του συγγραφέα, το ερώτημα για την κριτική θεωρία θα πρέπει να είναι το πώς η λογοτεχνία ως ιδεολογικό προϊόν της σύγχρονης κοινωνίας, που σταδιακά μαζί με τα περισσότερα προϊόντα της αποδομείται μπορεί να έχει και άλλη λειτουργία. Πώς δηλαδή μπορεί να συγκροτεί έναν αναγνώστη που θα πάψει να θέτει την ύπαρξή του ως αυτοσκοπό, που δε θα έχει μόνο υποκειμενικά ψυχολογικά κριτήρια, αλλά ένα υποκείμενο, που θα κατανοεί, θα κρίνει, θα δρα, θα αλλάζει, για να μπορέσει έτσι η ανάγνωση ως τέχνη να αποκτήσει στοιχεία τεχνικής και δράσης.

Δ.Μ.

Posted in Κριτική Θεωρία, Λογοτεχνία, Μοντερνισμός | Tagged , , , | Σχολιάστε

Ayn Rand: Οι πρωταγωνιστές μια ζωής γεμάτης από εαυτό…

« Ο άνθρωπος – κάθε άνθρωπος- συνιστά ένα σκοπό για τον εαυτό του και όχι ένα μέσο για την πραγματοποίηση των επιδιώξεων των άλλων. Πρέπει να υπάρχει για τους δικούς του και μόνο σκοπούς και να μην θυσιάζει τον εαυτό του για τους άλλους, αλλά ούτε τους άλλους για τα συμφέροντά του. Η άσκηση των προσωπικών ορθολογικών του ενδιαφερόντων και επίτευξη της προσωπικής του ευτυχίας είναι ο υψηλότερος σκοπός της ζωής του».

Ayn Rand, 1962

 

Η Ayn Rand γεννήθηκε και μορφώθηκε στην Ρωσία. Την χώρα της δεν άντεχε καθόλου,  γιατί όπως έλεγε  «ο νέος κόσμος του Λένιν» δεν άφηνε περιθώρια για το αντίθετο. Η αναχώρησή της για την Αμερική φαινόταν γι’ εκείνη σωτήρια.  Δούλεψε εκεί ως σεναριογράφος του Hollywood και ως παραγωγός στο Broadway. Έγινε γνωστή κυρίως μέσα από τα μυθιστορήματα «Κοντά στον Ουρανό», το «Atlas Struggle», το οποίο είχε φιλοσοφικό περιεχόμενο και μέσα από το φιλοσοφικό ρεύμα του Αντικειμενισμού.

Αντίθετη με το πολίτικο σύστημα της Ρωσίας της εποχής της, με οποιαδήποτε μορφή ηθικού αλτρουισμού, στηρίζοντας το laissez-faire, δήλωνε, ότι δεν είναι τόσο υπέρμαχος του καπιταλισμού, όσο  του εξορθολογισμένου εγωισμού (rational egoism).  Έθετε ως κύριο μέλημα του συστήματός του Αντικειμενισμού, σχεδόν με έναν τρόπο μεταφυσικό, την υπεροχή της λογικής ως προαπαιτούμενο της ηθικοποίησης.

Πως όμως συγκροτείται αυτή λογική, βάσει της θέσης της για τον εγωιστικό άνθρωπο, όπως την διατυπώνει παραπάνω και όπως παρουσιάζεται μέσα από τα λογοτεχνικά κείμενά της;  Η φιλοσοφική  θεώρηση και η ηθική αρχή της Ayn Rand σαφώς δεν της ανήκει απόλυτα. Στην αριστοτελική φιλοσοφία, η πρωταρχικότητα της λογικής και η ευδαιμονία ως σκοπός του ανθρώπου έχουν κυρίαρχο ρόλο. Όταν ο Νίτσε έγραφε για την ιδιοτέλεια του ανθρώπου, δηλαδή το πώς είναι δυνατόν να ζει μόνος του, όχι απλώς χωρίς αγάπη, αλλά αντιπαθητικός για τους άλλους και κατά προέκταση και για τον ίδιο του τον εαυτό, περιφρονημένος ή όπως αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η εξαχρείωση του αγαπημένου κόσμου μας, σίγουρα δεν φανταζόταν το μοντέλο του ανθρώπου που θα οραματιζόταν η Rand.

Αρκετές τάσεις της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής θεωρίας αναφέρονται στις αρχές της Ayn Rand ιδιαιτέρως αυτές των συντηρητικών στοχαστών.  Η ακμάζουσα καπιταλιστική σκέψη, έτσι όπως εκφράζεται από σύγχρονους οικονομολόγους όπως οι Milton Friedman and Alan Greenspan, είναι σαφώς επηρεασμένη από το ραϊντιανό μοντέλο. Η laissez- faire αντίληψη των Friedman και Greenspan, η οποία δέχτηκε ισχυρό πλήγμα μετά την κατάρρευση του Αμερικανικού προτύπου οικονομίας το 2008, δεν οδήγησε τελικά στην διατύπωση μιας άλλης πειστικής οικονομικής θεωρίας στα πλαίσια της παραπάνω αρχής. Η θέση της Rand σχετικά με την πρωταρχικότητα του ατόμου στην παραγωγική μηχανή, της πολιτικής εξουσίας και της ιδιοτέλειας είναι εμφανής στην ανελαστική προσέγγιση της  πολιτικής,  συντηρητικών κυρίως  πολιτικών όπως  οι  John McCain, Sarah Palin, John Bolton, Henry Kissinger, Dick Cheney, George W. Bush και Ronald Reagan.

Οι αρχές «ηθικής», δηλαδή η συγκρότηση ενός προτύπου για την ανθρώπινη συμπεριφορά φαίνονται τόσο αναγκαίες σήμερα για την προσωπική ζωή του ανθρώπου, όσο οι οικονομικές και πολιτικές αρχές  για την κοινωνική ζωή.  Η Rand φτιάχνει τον δικό της τύπο ανθρώπου όπως αυτός αναδύεται από τα κείμενά της και δημιουργεί ένα ρεύμα σκέψης και μια οπτική για το πώς βλέπουμε την οικογένεια, τη φιλία, την αγάπη, το γάμο, το άλλο φύλο και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ήρωας του βιβλίου της «Κοντά στον ουρανό». Ο Howard Roark μπορεί να γίνει αρκετά αντιπαθητικός, αν κάποιος διακρίνει ως χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του την εγωκεντρικότητα, την εγωπάθεια, την απόλυτη ανταγωνιστικότητα ή να αποτελέσει πρότυπο αν αναγνωρίσει σε αυτά τα χαρακτηριστικά την υποτιθέμενη σημασία της συλλογικής προόδου μέσα από την προσωπική εξέλιξη.

Απέναντι στην καθαρότητα της ηθικής της αρχής πρέπει να δείχνουμε σεβασμό, καθώς αυτή η αρχή είναι η δεσπόζουσα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες.  Από την άλλη όμως αν σταθούμε κριτικά βλέπουμε τον εύθραυστο πυρήνα της ηθικής της θεωρίας. Ο άνθρωπος της Ayn Rand μοιάζει ένας άνθρωπος χωρίς ελαττώματα. Κατασταλαγμένος, με ηθική αποφασιστικότητα, με ελκυστικά εξωτερικά χαρακτηριστικά, με ευφυΐα και αυτοέλεγχο, με βασικό και  ίσως  μόνο στόχο την προσωπική του ανέλιξη. Τι σημαίνει όμως ανέλιξη για το άτομο της Rand;

Με δυο λόγια η θέση της εντάσσεται στα πλαίσια της καντιανής ηθικής, δηλαδή είναι ένας άνθρωπος που φροντίζει. ώστε οι πράξεις του να μην αποτελούν ενόχληση για τους άλλους. Εξάλλου τον ρυθμό της δικής του εξέλιξης δεν πρέπει κανείς να τον ανακόψει. Έχει πείσει τον εαυτό του ότι η αυτοβελτίωσή του ως υποκείμενο σημαίνει κοινωνική ανάπτυξη. Η αλήθεια σχετικά με την εγωιστικότητα του σύγχρονου ανθρώπου στα μεγάλα αστικά κέντρα , που όσο πιο μεγάλα είναι αυτά τόσο πιο έντονη γίνεται και αυτή η μοναχική πάλη, στο σημείο αυτό στέκεται γυμνή μπροστά στα μάτια μας. Τα πανέμορφα, καθαρά μάτια, τα επιτυχημένα επαγγελματικά πρόσωπά της δεν είναι υποκείμενα που δρουν και καθορίζουν αυτά την ζωή τους. Είναι ατομικά προϊόντα με ένα βασικό κενό… Ζουν μόνα τους, συναισθηματικά συγκρατημένα, εντελώς ανολοκλήρωτα.

Η λογική της Ayn Rand πάσχει εμφανέστατα. Το ορθολογικό άτομο, που εξελίσσεται δεν αποτελεί μια προκείμενη, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μέσα από αυτό η κοινωνία μπορεί να αλλάξει, να «προοδεύσει». Ο αριστοτελικά ‘αγαθός’ άνθρωπος δεν μπορεί να ευρεθεί στα βιβλία της Rand. Γιατί πως μπορεί να ολοκληρωθεί το άτομο, που δημιουργεί φιλίες από συμφέρον, που δεν ενδιαφέρεται για οποιονδήποτε τύπο συναισθηματικών δεσμών, αφού αυτός ο ‘άλλος’ μόνο τροχοπέδη στην ‘βελτίωση ’ του αποτελεί, και πως μπορεί να συμβάλλει εν τέλει στην δημιουργία μιας μη παθογενούς  κοινωνίας;

Οι ήρωες της Rand, που είναι κατά βάση αρσενικού φύλλου, δεν είναι ένα νέο φαλλοκρατικό μοντέλο. Ενσαρκώνουν στην δική της πραγματικότητα τη σύγκρουση μεταξύ του δημιουργικού ατόμου και του αδιαφοροποίητου πλήθους. Αυτές οι αρσενικές φιγούρες της με την χαλύβδινη επιθυμία για επιτυχία είναι στην πραγματικότητα γυναικεία υποκείμενα απελευθερωμένα από το οποιαδήποτε ανάγκη για το άλλο φύλο. Είναι τα άτομα που τελικά δεν διαφοροποιούνται, αλλά γίνονται κομμάτι του συστήματος στο οποίο επιδίωκαν να φέρουν τις καινοτόμες ιδέες τους. Τα πρόσωπά της μπορεί να μην διακατέχονται από την υστερία για το ‘Άλλο’ αλλά ζουν ευνουχισμένοι, μοναχικοί, χωρίς συναίσθηση της συλλογικής ευθύνης και προοπτικής και επομένως ανίκανα να συγκροτήσουν μια επί της ουσίας κοινωνία!

Δ.Μ.

Posted in Λογοτεχνία, Φιλοσοφία | Tagged , , , | Σχολιάστε